ἑτερόφωνος

ἑτερό-φωνος, ον,
A of different voice: hence, foreign, A. Th. 170(lyr.).
II discrepant, opp. σύμφωνος, Porph.Chr.15.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑτερόφωνος — of different voice masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετερόφωνος — η, ο (Α ἑτερόφωνος, ον) αυτός που έχει διαφορετική φωνή νεοελλ. 1. αυτός που μιλά διαφορετική γλώσσα, ο αλλόγλωσσος, ο ξενόγλωσσος 2. αυτός που πάσχει από ετεροφωνία αρχ. συνεκδ. αυτός που δεν συμφωνεί, ο ασύμφωνος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο * + φωνος… …   Dictionary of Greek

  • ἑτερόφωνον — ἑτερόφωνος of different voice masc/fem acc sg ἑτερόφωνος of different voice neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροφώνοις — ἑτερόφωνος of different voice masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτεροφώνῳ — ἑτερόφωνος of different voice masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ετεροφωνούμαι — ἑτεροφωνοῡμαι, έομαι (Μ) [ετερόφωνος] είμαι διαφορετικός στη φωνή, εκφράζομαι διαφορετικά …   Dictionary of Greek

  • φωνή — Το αποτέλεσμα ενός συντονισμένου συνόλου κινήσεων των φωνητικών οργάνων, που πραγματοποιείται κάτω από τον έλεγχο των νευρικών κέντρων. Τα συστήματα παραγωγής της φ. διαιρούνται σχηματικά σε 3 κατηγορίες: 1) αναπνευστικό σύστημα· 2) λαρυγγικό… …   Dictionary of Greek

  • ՕՏԱՐԱՁԱՅՆ — (ի, ից.) NBH 2 1029 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 13c, 14c ա. ἑτερόφωνος, ἁλλότριος, ξένος alienam edens vocem, alienus, peregrinus. Որոյ Ձայնն կամ բարբառն է օտար. օտարալեզու. օտարախոհ. հակառակաբան. *Օտարաձայն այլամիտ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.